Λεξικό Liddell-Scott
Αρχική » Ιστολόγιο » Η ζωντανή Ελληνική γλώσσα » Η επίδραση μίας Ελληνικής λέξης σε πολλές γλώσσες

Η επίδραση μίας Ελληνικής λέξης σε πολλές γλώσσες

Γλώσσα  |  DE de_DEEN en_US
📄 Παράθεση άρθρου

Τα Eλληνικά θεωρούνται συχνά ένα από τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, αλλά δεν θεωρούνται η «μητέρα» όλων των δυτικών γλωσσών.

Είναι μία από τις αρχαίες γλώσσες, μαζί με τα Λατινικά και τα Σανσκριτικά, που επηρέασαν σημαντικά την ανάπτυξη των δυτικών γλωσσών.

Τα αρχαία Eλληνικά είχαν τη μεγαλύτερη επίδραση στο λεξιλόγιο, τη γραμματική και τη λογοτεχνία πολλών σύγχρονων δυτικών γλωσσών, ιδίως μέσω της προσφοράς τους στη φιλοσοφία, την επιστήμη, τα μαθηματικά και τις τέχνες.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την επίδραση, βοηθά να δούμε την Eλληνική γλώσσα στο σύνολό της και πώς εξελίχθηκε.

Πολλές αγγλικές λέξεις προέρχονται από τα Eλληνικά, ιδίως στην επιστήμη και την ιατρική.

Μπορείτε να φανταστείτε τα σημερινά αγγλικά χωρίς την Eλληνική επίδραση;

Λεξικό Liddell-Scott
Λεξικό Liddell-Scott

Η περίπλοκη σχέση των Eλληνικών με σχεδόν κάθε σημερινή γλώσσα

Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο θέμα. Αντί να εμβαθύνουμε, θα χρησιμοποιήσουμε μόνο ένα παράδειγμα, μία λέξη, και θα δείξουμε τη σχέση της με σημερινές λέξεις.

Τη λέξη «θάλασσα».

Η θάλασσα στην αρχαία Ελλάδα:

Η λέξη «θάλασσα» είχε πάνω από 13 διαφορετικά ονόματα στα αρχαία Eλληνικά. Ναι, 13.

  • Με άνεμο 0 μποφόρ λεγόταν «Γαλήνη» (ηρεμία, νηνεμία).
  • Με άνεμο 1 μποφόρ λεγόταν «Άλσαλος».
  • Με άνεμο 2 μποφόρ λεγόταν «Θάλαττα ή Θάλασσα» (η σημερινή Eλληνική λέξη για τη θάλασσα).
  • Με άνεμο 3 μποφόρ λεγόταν «Μύρα», η ρίζα λέξεων όπως:
    • Λατινικά/Ιταλικά: Mare
    • Γαλλικά: Mer
    • Ισπανικά/Πορτογαλικά: Mar
    • Γερμανικά: Meer
    • Ρωσικά: Море
    • Φινλανδικά: Meri
    • Σλοβακικά: Mora
    • Σλοβενικά: Morje

    Και επίσης λέξεων όπως Marin, Marina, Mirror, καθώς και η Μαίρα (μια Νηρηίδα), από την οποία προέρχεται το εβραϊκό Μυριάμ = «Κυρία της Θάλασσας».

  • Με άνεμο 4 μποφόρ λεγόταν «Πέλαγος», από όπου προέκυψαν ονόματα όπως:
    • «Πελασγός» = ο άνθρωπος της θάλασσας, ο ταξιδιώτης
    • «Πελαγονία», «Πελαγονική χερσόνησος»
  • Με άνεμο 5 μποφόρ λεγόταν «Πόρος», από το αρχαίο Eλληνικό ρήμα πείρω = διατρυπώ, περνώ, διασχίζω τη θάλασσα. Με τι όμως διασχίζεις τη θάλασσα; Με ένα πλωτό «μέσο» (ναῦς = πλοίο). Από το αρχαίο ρήμα πείρω προέρχονται και ο «πειρατής» και η «πειρατεία». «Πόροι ἅλος» ήταν οι θαλάσσιοι δρόμοι. Όποιος βρισκόταν στον «πόρο» (το πέρασμα, τον θαλάσσιο δρόμο), με το πρόθεμα εν (μέσα), λεγόταν «ἔμπορος». Εδώ ξεκινά το εμπόριο. Έτσι έγιναν «εὔποροι» (ευκατάστατοι, πλούσιοι) ή, αν δεν μπορούσαν να ασχοληθούν με τη θάλασσα, «ἄποροι» (χωρίς τον πλούτο που δίνει η θάλασσα, φτωχοί).
  • Με άνεμο 6 μποφόρ λεγόταν «Πόντος», από όπου προέκυψαν όροι όπως «ποντοπόρος» (ποντοπόρο πλοίο) και «Πόντιοι».
  • Με άνεμο 7 μποφόρ λεγόταν «Κλύδων», από όπου προέκυψε ο όρος κλυδωνισμός (το τράνταγμα ή το ρόλιασμα του πλοίου).
  • Με άνεμο 8 μποφόρ λεγόταν «Άχα». Η λέξη «Χάος» (από τη στωική έννοια χάος, από το χέω = χύνω) προέρχεται από το «άχα». Η λέξη αυτή ταξιδεύει και γίνεται σουηδικά/δανικά: hav, λατινικά: aqua.
  • Με άνεμο 9 μποφόρ λεγόταν «Ρόθιον».
  • Με άνεμο 10 μποφόρ λεγόταν «Ντον-Νταν ή Δόνησις» = κραδασμός. Η λέξη αυτή ταξιδεύει και δίνει:
    • Τουρκικά: deniz (θάλασσα)
    • Και από τον σεισμό (κλονισμό), συνώνυμο της δονήσεως (κραδασμού), προκύπτουν τα αγγλικά: sea, ολλανδικά: zee, νορβηγικά: sjø.
  • Με άνεμο 11 μποφόρ λεγόταν «Βρύξ».
  • Με άνεμο 12 μποφόρ λεγόταν «Βρύχα», κάτι που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, εξ ου και «Υπο-βρύχιο = sub-marine» (κάτω από το νερό).

Πηγή: «The Meaning Within the Word, Greek Word» της Anna Tsiropoulou Efstathiou και το Λεξικό Liddell-Scott

Αυτή είναι μόνο μία λέξη και δεν θα επεκταθούμε σε άλλες. Όμως αυτό το μικρό παράδειγμα δείχνει πόσο περίπλοκη είναι η σχέση της Eλληνικής γλώσσας με τον σημερινό κόσμο.

Αν δεν μιλούσα Eλληνικά, θα προσπαθούσα να τα μάθω.

Σχολιάστε